μουλιάζω

μουλιάζω
1. αφήνω κάτι στο νερό πολλή ώρα για να μαλακώσει και να καθαρίσει, διαβρέχω, μουσκεύω
2. διαποτίζομαι με νερό και μαλακώνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. ammollare «μουσκεύω, μαλακώνω», ενώ κατ' άλλους, από αμάρτυρο ιταλ. *molliare. Ο τ. συνδέεται με το αρχ. μυλάσασθαι*].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • μουλιάζω — μουλιάζω, μούλιασα, μουλιασμένος βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μουλιάζω — μούλιασα, μουλιασμένος, μουσκεύω: Μούλιασα τα φασόλια πριν τα βράσω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μούλιασμα — το [μουλιάζω] το αποτέλεσμα τού μουλιάζω, το μούσκεμα, η διαπότιση με νερό …   Dictionary of Greek

  • ευδίετος — εὐδίετος, ον (Α) αυτός που λειώνει εύκολα, ο εύτηκτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + διετος (< δίιημι «αφήνω να περάσει, μουλιάζω»)] …   Dictionary of Greek

  • μυλάσασθαι — (Α) (κατά τον Ησύχ.) (στους Κυπρίους) «τὸ σῶμα ἢ τὴν κεφαλήν σμήξασθαι». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. απαρεμφάτου μυλάσασθαι αντιστοιχεί πιθ. σε ρ. παράγωγο ενός αμάρτυρου ουσιαστικού *μῦλον. Το ελλ. μῦλ ο θα μπορούσε να αναχθεί σε ρίζα *mū dlo , που όμως δεν… …   Dictionary of Greek

  • προαποβρέχω — ΜΑ μαλακώνω κάτι προηγουμένως με ύγρανση. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἀποβρέχω «μουσκεύω, μουλιάζω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”